Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Η Αμερικάνικη Πολυθρόνα...


Στην πρώτη μου ανάρτηση σε αυτό το μπλογκ είχα πει ότι ίσως ανέβαζα και τις μικρές ή μεγάλες μου ιστορίες που κάποτε θεωρούσα πολύ σημαντικές όταν έβλεπα μέσα απ' αυτές ένα μέλλον ήρεμο σε ένα γραφείο με θέα έναν κήπο - ακόμα κι αν το γραφείο ή ο κήπος ήταν κι αυτά ένα αποκύημα της φαντασίας μου- όπου έγραφα και έγραφα και έγραφα. Τελικά καλά το έβλεπα, ποτέ δεν σταμάτησα να γράφω, αλλά σταμάτησα να γράφω για πράγματα της φαντασίας μου. Και ξέρω γιατί. Κάποια συνειδητά σταμάτησα να τα γράφω γιατί πλέον δεν ήταν συντονισμένα με το μέσα μου. Άλλα απλά τα κατέστρεψα γιατί επιτέλεσαν το έργο τους, άλλα κρύφτηκαν από φόβο μπροστά στην καταστροφική μου μανία μα τα ξετρυπώνω ένα-ένα, και άλλα νιώθω πως περιμένουν υπομονετικά σε ένα γραφείο στην άκρη του μυαλού μου με θέα έναν κήπο. Νομίζω πως είναι η καλύτερη ευκαιρία να διώξω ό,τι θέλει να πεθάνει και να βγάλω στο φως ό,τι θέλει να φανερωθεί. Και θα ξεκινήσω σχεδόν αυτοβιογραφικά την πορεία μιας συγγραφέως που ποτέ συγγραφέας δεν υπήρξε, με την πρώτη μου ολοκληρωμένη ιστορία που με έβαλε στο ταξίδι της συγγραφής, όταν επιλέχθηκε ανάμεσα σε πολλές σε διαγωνισμό το 1997 και εκδόθηκε μαζί με άλλες 20 ιστορίες από τον Καστανιώτη. Είναι επίσης η πρώτη ιστορία που ακυρώθηκε ολοκληρωτικά μέσα μου για λόγους που πιθανά κάποιοι που με ξέρουν έστω και λίγο θα κατανοήσουν. Εδώ μπαίνει γιατί μ' αρέσει όλα τα πράγματα να είναι στη θέση τους, κι αυτό γίνεται αυτή τη στιγμή. Αν γράψω καινούργιες ιστορίες, θα μπουν επίσης στο μπλογκ μου. Δεν ζητάω κριτική ούτε καλή ούτε κακή, γιατί δε θα με βοηθούσε πουθενά, αφού την αυτοκριτική της Πέγκυς-συγγραφέως την έχω ήδη κάνει και συνεχίζω να την κάνω κάθε φορά που γράφω έστω και μία λέξη. Αν θέλετε να γράψετε κάτι να το κάνετε επειδή το έχετε εσείς ανάγκη κι όχι επειδή ίσως νομίζετε ότι το έχω εγώ. Μέσα από κάθε γραπτό μου οι πιο ψιλιασμένοι θα αναγνωρίσουν κομμάτια μου και την εξέλιξή μου συναισθηματικά, διανοητικά, εσωτερικά ή ανάλογα με το "βλέμμα" του ό,τι μπορεί ο καθένας να δει σε μένα.. Κάποια από αυτά τα κομμάτια μου έχουν πεθάνει, κάποια γεννήθηκαν μέσα απο τις ίδιες τις ιστορίες και κάποια είμαι Εγώ αυτή τη στιγμή.

Καλή ανάγνωση και να θυμάστε ότι διαβάζετε αυτό που ήμουν πριν από 15 σχεδόν χρόνια.


                                 Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ



Η καλύτερη ώρα της ημέρας είναι όταν βγάζει τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του και ξαπλώνει στην υπέροχη πολυθρόνα του. Με τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι του μικρού καθιστικού και το τηλεκοντρόλ στο χέρι νιώθει ήδη χαλαρωμένος. Οταν έρχεται στο σπίτι απο την δουλειά, βγάζει πάντα τους φακούς επαφής και φοράει αυτά τα απαίσια γυαλιά, εκτός κι αν έχει παρέα μαζί του. Δεν έχει αφήσει κανέναν, και πολύ περισσότερο καμία, να τον δει με τα γυαλιά του. Γύρω στη μία με δύο το πρωί όμως αν δεν καθίσει μπροστά στην τηλεόραση με γυμνούς οφθαλμούς, ξέρει οτι δεν πρόκειται να κοιμηθεί όλο το βράδυ. Βέβαια δεν βλέπει τίποτα χωρίς τα γυαλιά του, δεν βλέπει τίποτε απο αυτά που βλέπουν οι άλλοι. Απο μικρός κατάλαβε οτι ο κόσμος του καθενός είναι αυτός που τα μάτια του αντιλαμβάνονται σαν κόσμο. Θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό, γιατί ζούσε ανάμεσα σε δύο κόσμους.
Βυθίστηκε στην μαλακωσιά της πολυθρόνας του λοιπόν κι άνοιξε την τηλεόραση. Καμιά φορά έκλεινε όλα τα φώτα στο σαλόνι κι άλλαζε με απίστευτα γρήγορο ρυθμό τα κανάλια. Δημιουργούσε έτσι μία κάπως μυστηριακή ατμόσφαιρα. Το ίδιο έκανε κι αυτό το βράδυ. Οι εικόνες διαδέχονταν η μία την άλλη, στέλνοντας τα κάπως θολά οπτικά σήματα. Για δέκατα του δευτερολέπτου επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Κι ενώ προλάβαινε να νιώσει την παγωμένη ψυχή του σκοταδιού, είχε την εντύπωση πως όλες οι εικόνες γίνονταν μία. Ολα τα χρώματα θολά κι αχνά, μόνο το σκοτάδι ήταν πεντακάθαρο.
Ενιωσε τα μάτια του να κλείνουν. Βαριόταν όμως να σηκωθεί και να πάει στο κρεβάτι του. Ειχε βολευτεί για τα καλά στην πολυθρόνα. Ενιωθε και μία γλυκιά ζεστασιά. Ασυναίσθητα έκλεισε την τηλεόραση και βυθίστηκε μαζί με το δωμάτιο στο σκοτάδι. Βρισκόταν στο ενδιάμεσο διάστημα ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνο. Τότε που δεν αναγνωρίζεις το πραγματικό απο το φανταστικό. Μόνο αγγίζοντας χαλαρά με τα δάχτυλα την πολυθρόνα του καταλάβαινε αν είχε κοιμηθεί ή όχι.
Ηταν ένα απλό βαμβακερό ύφασμα. Τόσο απαλό όμως, τόσο ευχάριστο στην αφή, σαν το δέρμα των γυναικών που απολάμβανε αρκετά συχνά. Ειχε μεγάλη αδυναμία στο απαλό δέρμα. Και του ήταν πολύ εύκολο να καταλάβει με μία ματιά πώς θα ήταν στην αφή το δέρμα μίας οποιασδήποτε γυναίκας. Δεν τον ένοιαζε αν θα ήταν όμορφη. Συχνά αυτοσαρκαζόταν λέγοντας ότι είχε αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση της αφής εξαιτίας της στραβωμάρας του.
Χάιδεψε ανεπαίσθητα το μπράτσο της πολυθρόνας και χαμογέλασε το ίδιο ανεπαίσθητα μέσα στον λήθαργό του. Ολόκληρο το κορμί του θυμήθηκε την ευχαριστη αίσθηση της χτεσινοβραδινής συντρόφου του. Σχεδόν μύρισε το άρωμα του κορμιού της. Του γεννήθηκε η ίδια ερωτική διάθεση που το προηγούμενο βράδυ τον είχε οδηγήσει στην αγκαλιά αυτής της απαλής γυναίκας. Θυμήθηκε ότι χαιδεύοντας την μέσα πλευρά του μπράτσου της έβγαζε μικρά, ιδιαίτερα ερεθιστικά  βογγητά. Είχε ανοίξει με την μεγαλύτερη άνεση τα πόδια της, τα οποία είχε ακουμπισμένα στα μπράτσα της πολυθρόνας.
Αυτή ήταν η αγαπημένη του στάση, η «στάση του γυναικολόγου» όπως την έλεγε. Γι’αυτό συχνά οδηγούσε τις περιστασιακές ερωμένες του στην πολυθρόνα. Πολύ λίγες είχε γευτεί στην άνεση του κρεβατιού του. Κι αυτές όμως δεν φαίνονταν να νοιάζονται για το πού θα γινόταν το μοιραίο. Μόνο το πότε τις ένοιαζε, και συνήθως όσο πιο γρήγορα προχωρούσαν τα πράγματα τόσο το καλύτερο.
Μούδιασε. Ενιωσε να τον πιέζει αφάνταστα το όργανό του. Του πέρασε απο το μυαλό να ξαλαφρώσει κάπως την κατάσταση, αλλά δεν είχε διάθεση. Ειχε χάσει την βολή του όμως και σηκώθηκε βαριεστημένα. Προχωρώντας στο σκοτάδι, κατάφερε να φτάσει μέχρι την τουαλέτα. Επέστρεψε στην πολυθρόνα χωρίς να ανάψει ούτε ένα φώς.


Ηταν μόνος του μέσα σε μία βάρκα. Τριγύρω του δεν υπήρχε στεριά. Κοίταξε το νερό περιμένοντας να διακρίνει κάποια μορφή ζωής. Δεν κολυμπούσαν ψάρια, και το νερό, ενώ ήταν πεντακάθαρο, έμοιαζε να μην κινείται στο ελάχιστο. Λες και κάποιος τον είχε βάλει στην βάρκα και είχε ζωγραφίσει γύρω του το γαλάζιο νερό και τον γαλάζιο ουρανό. Μέσα στην απέραντη ηρεμία ένας υπόκωφος θόρυβος τον τάραξε. Στριφογύριζε αλαφιασμένος το κεφάλι του, προσπαθώντας να καταλάβει απο πού ερχόταν.
Ανοιξε τα μάτια του ακόμα ταραγμένος, και αυθόρμητα σκέφτηκε: το τηλέφωνο! Συνειδητά πλέον ανησύχησε. Η ώρα ήταν τρεισήμισι τα ξημερώματα. Μήπως ο πατέρας του  έπαθε κάτι; Τα κωλοκρυώματα στην ηλικία του είναι πολύ επικίνδυνα.
«Ναι;» ανάσανε κοφτά, περιμένοντας την απάντηση.
«Ε…συγγνώμη για την ώρα! Δεν ήθελα να ανησυχήσεις.»
Δεν είναι δυνατόν! Ηταν η νεά του συνάδελφος. Αυτή με το υπέροχο δέρμα. Απο τις λίγες γυναίκες που ενώ είχε τόσο όμορφο δέρμα δεν του έκανε απολύτως καμία αίσθηση. Δαγκώθηκε και ένιωσε να σφίγγεται ολόκληρο το σώμα του απο τα νεύρα.
«Τρέχει τίποτα; Είσαι καλά;» ρώτησε, καταφέρνοντας να δείξει κάποιο μικρό ενδιαφέρον.
Η μαλακισμένη επειδή την είχε φιλήσει μία φορά απέκτησε ξαφνικά το δικαίωμα να τον παίρνει στο τηλέφωνο στις τρεισήμισι το βράδυ;
Η φωνή απο το τηλέφωνο συνέχισε κάπως διστακτικά:
«Είχες πει ότι αργείς να κοιμηθείς το βράδυ και μια και αύριο δεν δουλεύουμε…Είσαι και στο σπίτι, δεν περίμενα να σε βρω! Δεν μ’έπαιρνε ο ύπνος κι έτσι κι αλλιώς θα βγω. Αν έχεις διάθεση να βρεθούμε…»
Την έκοψε κάπως ευγενικά, μην πιστεύοντας κι ο ίδιος οτι της ζητούσε, αν δεν την πειράζει, να έρθει στο σπίτι του, γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν έχει διάθεση για έξω.
Η ικανοποίηση στην φωνή που ερχόταν απο το τηλέφωνο ήταν έκδηλη. Σε μισή ώρα θα ήταν εκεί. Κατέβασε το ακουστικό.
Για να εκδικηθεί λές τον εαυτό του, άναψε μεμιάς όλους τους διακόπτες του σαλονιού. Το δωμάτιο έμοιζε να χάνεται μεσα στην ένταση του φωτισμού. Ετριψε τα μάτια του και προχώρησε για άλλη μία φορά προς την τουαλέτα.
Πώς θα έβαζε τώρα τους φακούς; Φτού σου ρε πούστη! Τί γκαντεμιά είναι αυτή; Δεν τους βάζω! Ετσι κι αλλιώς για γαμήσι έρχεται. Γαμάω μία χαρά και χωρίς να βλέπω!
Σταμάτησε για λίγο ό,τι έκανε και αναλογίστηκε τις ίδιες του τις σκέψεις. Γέλασε. Μήπως είμαι ένα σωβινιστικό γουρούνι; Χάιδεψε με την ανοιχτή του παλάμη το στήθος του και, σηκώνοντας το ένα φρύδι σκέφτηκε: μάλλον ένα νυσταγμένο γουρούνι είμαι… Δεν βαριέσα. Ενιωσε να του φτιάχνει κάπως η διάθεση.
Βλέποντάς την στην πόρτα του φάνηκε λίγο διαφορετική.
«Εκοψες τα μαλλιά σου;» τη ρώτησε εύθυμα.
Εκείνη έστρωσε τα μαλλιά της ντροπαλά, κοκκινίζοντας λίγο.
«Σου πάνε πολύ. Σήμερα τα έκοψες;»
Φάνηκε αμέσως να αναθαρρεύει και, μπαίνοντας μέσα, είπε:
«Ναι, μετά την δουλειά, και νιώθω πολύ καλύτερα.»
Παρόλο που ήταν διατεθειμένος να κάνει ό,τι περνάει απο το χέρι του για να κυλήσει όμορφα η βραδιά, τσαντίστηκε όταν την είδε να κατευθύνεται προς την πολυθρόνα του και τελικά να κάθεται. Συγκρατήθηκε όμως. Ειχε βάλει και τους φακούς του και ήδη το είχε μετανιώσει. Ενιωθε λές και κάποιος είχε πετάξει άμμο μέσα στα μάτια του.
Ορθιος ακόμα κατάφερε να της χαμογελάσει. Ναι, και αυτός θα ήθελε έναν καφέ. Και, μη νομίζεις, ούτε αυτόν τον γεμίζει η συγκεκριμένη δουλειά. Ασφαλώς και είναι αναγκαίο κακό και είναι σημαντικό να ασχολείσαι με κάτι στον ελεύθερο χρόνο σου. Τα γραμματόσημα, όχι, δεν τον ενδιαφέρουν. Τί του αρέσει; Του αρέσει πολύ η πολυθρόνα του.
«Δηλαδή;»
Τί πάει να πει «δηλαδή»; Τη λατρεύει την πολυθρόνα του. Ειναι μία παλιά αμερικάνικη πολυθρόνα. Την αγόρασε σε εξευτελιστική τιμή. Τη σουλούπωσε λίγο, άλλαξε και το ύφασμα και νάτη. Του κρατάει συντροφιά τρία χρόνια τώρα.
«Είναι όντως πολύ ωραία, και πολύ αναπαυτική», απάντησε η γυναίκα, περνώντας τα χέρια της πάνω απο τα μπράτσα της πολυθρόνας.
Αποτύπωσε αυτή την εικόνα. Δεν είχε τίποτα το ερωτικό σαν εικόνα, απλώς τον έκανε να νιώσει κάπως πιο άνετα. Λές και η πολυθρόνα ήταν φτιαγμένη γι’ αυτή την γυναίκα. Ή το αντίθετο…
Την άκουγε να του λέει για το πόσο άσχημα ένιωθε που δεν είχε κάνει ακόμα φίλους. Δεν περνούσαν με τίποτα οι μέρες.
Είχε ακουμπισμένο το κεφάλι της στην πλάτη της πολυθρόνας και το μετακινούσε ελάχιστα με κάθε της κίνηση. Παρατήρησε, χωρίς να το θέλει, ότι τα κοντά της μαλλιά είχαν ηλεκτριστεί απο την επαφή με το ύφασμα. Τα φαντάζονταν να προσπαθούν να αποδεσμευτούν απο την δύναμη της πολυθρόνας. Δεν μπορούσαν όμως. Παρέμεναν αδιάρρηκτα δεμένα μαζί της. Κάποια στιγμή είχαν ηλεκτριστεί τόσο πολύ, που κοιτάζοντας τη γυναίκα στα μάτια είχε την εντύπωση ότι ένα στεφάνι είχε σχηματιστεί γύρω απο το πρόσωπό της.
«Ωχ, γαμώτο! Μόλις λούστηκα και κοίτα πώς γίνανε!»
Προσπαθούσε να τα τιθασεύσει πατώντας τα με τα χέρια, τίποτα όμως.
«Δεν πειράζει. Είναι πολύ όμορφα».
Τη στιγμή που σαν αποσβολωμένος της έλεγα αυτά, ένιωσε τα μάτια του να τσούζουν… Δεν άντεχε άλλο. Ζήτησε συγγνώμη και πήγε με μεγάλα βήματα στην τουαλέτα. Επέστρεψε νιώθοντας πολύ καλύτερα.
Μπαίνοντας στο σαλόνι έριξε μία ματιά προς το μέρος της γυναίκας, θέλοντας να της εξηγήσει ότι έβγαλε τους φακούς γιατί τον ενοχλούσαν αφάνταστα. Σε αυτή τη βιαστική ματιά του φάνηκε οτι η γυναίκα δεν καθόταν πια στην πολυθρόνα. Ή τουλάχιστον δεν ξεχώριζε η φιγούρα της. Ξεχώρισε μόνο το θολό σχήμα της πολυθρόνας του.
«Είσαι καλά;» άκουσε την φωνή απο την πολυθρόνα.
Εκανε ένα μικρό, αργό βήμα μπροστά για να κάτσει στην θέση που καθόταν πρίν. Μ’αυτό το μικρό βήμα όμως άρχισε να αποκαλύπτεται η φιγούρα της γυναίκας. Εκανε αυθόρμητα ένα μεγαλύτερο βήμα πίσω και έκατσε στην άλλη πολυθρόνα, ακριβώς απέναντι. Η φιγούρα της γυναίκας εξαφανίστηκε πάλι.
«Εισαι καλά;» ακούστηκε πιο ανήσυχη η φωνή της πολυθρόνας.
«Πολύ καλά. Πολύ καλά», απάντησε χαμογελώντας διάπλατα.
Η φωνή της πολύθρόνας συνεχισε αφηγούμενη τα προβλήματα και τις βαθύτερες ανησυχίες μίας γυναίκας που ήρθε απο μία πολύ μακρινή πόλη, μίας γυναίκας που εγκατέλειψε τους γονείς της και κάποιο φιλαράκο –πολύ ερωτευμένο μαζί της, λέει- για να ζήσει μόνη της και να αντιμετωπίσει την μοίρα της.
Μιλούσε αργά και ρυθμικά. Η ακατάπαυστη ομιλία της συνεχίστηκε για αιώνες. Δεν καταλάβαινε αν τα μάτια του παρέμεναν ανοιχτά ή άν είχε αφεθεί στον βασανιστικό ρυθμό της φωνής. Μιλούσε, μιλούσε και μετά ησυχία…

Σηκώθηκε απο την αμερικάνικη πολυθρόνα του και, όπως κάθε πρωί εδώ κι ένα χρόνο περίπου, πήγε στην κουζίνα και άναψε το γκαζάκι. Γέμισε με νερό το μπρίκι και έριξε μέσα τρεις κουταλιές ελληνικό καφέ. Εβγαλε δύο φλυτζάνια. Στο ένα έβαλε μία γεμάτη κουταλιά ζάχαρη και άφησε το κουταλάκι μέσα. Οπως κάθε πρωί εδώ κι ένα χρόνο περίπου βαριόταν να φτιάξει ένα σκέτο καφέ κι ένα μέτριο κι έτσι έβαζε τη ζάχαρη στο φλυτζάνι και απλώς το ανακάτευε.
Ηταν Σάββατο. Θυμήθηκε το πρώτο τους Σάββατο. Πάλι είχε φτιάξει καφέ και για τους δυο. Ειχε νιώσει την ανάγκη να τη φροντίσει. Εκείνο το βράδυ δεν είχαν κάνει έρωτα στην πολυθρόνα, γιατί αυτή δεν ήθελε η πρώτη τους φορά να είναι πάνω σε μία πολυθρόνα. Ούτε η δεύτερη φορά τους ήταν πάνω στην πολυθρόνα ούτε η τρίτη ούτε καμία.
Τα κοντά της μαλλιά είχαν μακρύνει αρκετά, τα βράδια όμως όταν έβγαζε τους φακούς και την άκουγε να μιλάει καταλάβαινε οτι ήταν η ίδια γυναίκα. Τα Σαββατοκύριακα, άν έμεναν μέσα, δεν φορούσε καθόλου τους φακούς. Καθόντουσαν, αυτός στην πολυθρόνα, αυτή ξάπλα στον καναπέ, και άνοιγαν την τηλεόραση. Σπάνια καταλάβαινε τί έβλεπε, αλλά με τα σχόλια της γυναίκας περνούσε πολύ διασκεδαστικά η ώρα.
Παραδωμένος στις σκέψεις του, άφησε τον καφέ να φουσκώσει λίγο παραπάνω. Χάλασε το καϊμάκι γαμώτο. Σήκωσε δυσαρεστημένος το μπρίκι κι έχυσε με προσοχή το περιεχόμενο στα δύο φλυτζάνια, προσπαθώντας να μήν αδικήσει κανέναν απο τους δύο.
Ενιωσε τα χέρια της να αγκαλιάζουν τα γυμνά του μπράτσα. Του άρεσε όταν χωρίς να την ακούσει ερχόταν απο πίσω του και τον αγκάλιαζε έτσι απλά. Ενιωθε την ανάγκη τότε να γείρει την πλάτη του πίσω στο στήθος της και να καθίσει στα πόδια της.
«Πάλι αποκοιμήθηκες στην τηλεόραση χτές», είπε και το ύφος της φωνής ήταν παραπονιάρικο, αλλά του φάνηκε και λίγο προκλητικό. «Γιατί δεν ήρθες;»
Η γυναίκα ήταν πρωινός τύπος στον έρωτα. Του είχε πεί οτι το σώμα στη διάρκεια του πρωινού, με όλες τις αισθήσεις ενεργοποιημένες, μπορεί να απολαύσει καλύτερα τον έρωτα.
Δεν της χάλαγε χατίρι. Εκαναν έρωτα.
Η γυναίκα κάπνιζε το ίδιο ακατάπαυστα όπως μίλαγε. Καμιά φορά το μικρό σαλόνι σχεδόν εξαφανιζόταν μέσα στους καπνούς. Δεν ήταν αυτό που τον ενοχλούσε τόσο, όσο το ότι βρώμαγε μετά η πολυθρόνα του. Και κιτρίνιζε ανατριχιαστικά το μπέζ ύφασμα. Δεν φαινόταν πολύ η κιτρινίλα αλλά έτυχε όταν η γυναίκα πρωτοέπλυνε το ύφασμα –στό χέρι μετά απο απαίτηση του ίδιου- να δει τα νερά απο το πρώτο ξέβγαλμα. Γι’ αυτόν ήταν το αίμα και ο ιδρώτας δεκάδων ερωτικών σμιξιμάτων. Μετά απο αυτό το ξέπλυμα η πολυθρόνα του μοσχομύριζε. Το άρωμά της ήταν ίδιο με το άρωμα της γυναίκας και με το άρωμα το δικό του. Του άρεσε που οι μυρωδιές ήταν ίδιες σε όλες τις γωνιές του σπιτιού.
Το απόγευμα την πόθησε ξανά. Τον είχε διεγείρει ερωτικά η ανάμνηση όχι της γυναικείας μορφής, αλλα της φωνής της. Της ζήτησε να σμίζουν στην πολυθρόνα, αλλά αυτή δεν ήθελε. Χρησιμοποίησε όλες του τις ερωτικές τακτικές, ώστε φτάνοντας η γυναίκα στο σημείο να τον επιθυμεί όσο τίποτα να την οδηγήσει απλά και φυσιολογικά στην πολυθρόνα. Είχε κλείσει μέσα στις παλάμες του τα στήθια της και ανάσαινε βαριά στο πίσω μέρος του αυτιού της. Το ήξερε οτι είχε τρελαθεί απο την προσμονή και έτσι όπως είχε γαντζωθεί πάνω του παρακαλώντας για την ερωτική ένωση, την τράβηξε απαλά προς την πολυθρόνα του. Αγγίζοντας και μόνο το μυρωδάτο λείο ύφασμα, τινάχτηκαν οι μύες του απο την ηδονή.
Η γυναίκα όμως δεν ήθελε να του δωθεί πάνω στην πολυθρόνα. Δεν είναι καμία πουτάνα για να την πηδάει όπου του έρθει, του είπε. Θύμωσε με αυτή την κουβέντα της. Δεν την θεωρούεσ πουτάνα. Αλλά και η πολυθρόνα, απο την άλλη, δεν ήταν «όπου του έρθει». Ωστόσο την κοίταζε ανίκανος να της απαντήσει. Το βλέμμα της ήταν άγριο, και κάπως ειρωνικό. Θύμωσε περισσότερο που τον κοίταζε έτσι. Κι έτσι όπως τον κοίταζε την άρπαξε απο τον καρπό και την ανάγκασε να γονατίσει πάνω στην πολυθρόνα. Εκεί την πήρε σαν λυσσασμένο ζώο. Ούτε έβλεπε, ούτε άκουγε τίποτα. Μόνο το δέρμα της ένιωθε, το απαλό της δέρμα..

Η γυναίκα είχε αλλάξει πολύ μέσα σε οχτώ μήνες. Η κοιλιά της μεγάλωνε συνέχεια. Δεν είχε όμως αυτό το ήρεμο, κάπως αποχαυνωμένο βλέμμα που έχουν οι γυναίκες με φουσκωμένες κοιλιές. Αντίθετα, ήταν πάντα σε εγρήγορση. Πηγαινοερχόταν στα δωμάτια περπατώντας βιαστικά, λες και ο χρόνος δεν την έφτανε. Είχε κόψει τον πρωινό καφέ και τα τσιγάρα. Μπορεί να οφειλόταν στην στέρηση όλη αυτή η υπερκινητικότητα. Μίλαγε ακατάπαυστα, όπως πάντα. Ενώ όμως πρώτα αναφερόταν σε πράγματα που αφορούσαν  και τους δύο, τώρα μίλαγε μόνο για τα δικά της αισθήματα, τα δικά της πράγματα και το «δικό της» παιδί. Ηταν πάντα συναισθηματικά φορτισμένη και αυτό που του έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση ήταν οτι, ενώ πρίν σπάνια καθόταν στην πολυθρόνα τώρα την έβλεπε τόσο συχνά χωμένη μέσα της, που την θεωρούσε πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της. Καμιά φορά, όταν δεν φορούσε τους φακούς του ξεχνιόταν, και νόμιζε οτι μίλαγε με την ίδια της πολυθρόνα.
Αποκοιμήθηκε γρήγορα στο κρεβάτι του. Κρατούσε με το ένα χέρι τα δάκτυλα της γυναίκας. Ηταν δάκτυλα παραδομένα, χαλαρά…

Ηταν μόνος σε μία βάρκα. Η βάρκα ήταν η ίδια εκείνη βάρκα. Ομως τίποτε άλλο δεν ήταν το ίδιο. Τα νερά δεν ήταν καθαρά και ήρεμα, και πετάγονταν ψάρια μέσα στην βάρκα απο όλες τις πλευρές. Ηταν τόσο πολλά που τρομοκρατηθηκε. Η βάρκα βάραινε και έγερνε προς την μία πλευρά, απο εκεί που έρχονταν τα περισσότερα ψάρια. Φώναζε, αλλά φωνή δεν έβγαινε. Θυμήθηκε μεσα στον ύπνο του οτι είχε τα δάκτυλα της γυναίκας στο χέρι του, και ήξερε οτι θα ηρεμούσε αν τα ένιωθε.
Ξύπνησε με τις γροθιές του τόσο σφιγμένες που πονούσαν. Αναρωτιόταν, πού να πήγε πάλι η γυναίκα. Δεν μου λέει αν χρειάζεται και τίποτα! Σκέφτηκε εκνευρισμένος.
Ακουσε έναν παρατεταμένο λυγμό απο το σαλόνι. Φαντάστηκε οτι έκλαιγε, παραδέχτηκε μάλιστα οτι θα είχε δίκιο αν όντως έκλαιγε. Δεν του άρεσε να την ακούει. Τον τελευταίο καιρό την ένιωθε να απομακρύνεται και κάποιες στιγμές συνειδητοποιούσε οτι αν ποτέ του έφευγε θα στενοχωριόταν πάρα πολύ. Προχώρησε προσεκτικά προς το σαλόνι, έχοντας στο νού του να την πλησιάσει και να την αγκαλιάσει, να ακουμπήσει το κεφάλι της στο στήθος του για να κλάψει όσο ήθελε. Ενιωσε μία αναπάντεχη ηρεμία στην ιδέα.
Κρατούσε τα γυαλιά του. Θα τον έβλεπε μόνο αυτή με τα γυαλιά του. Φαντάστηκε οτι θα την έκανε να γελάσει στην θέα των μικροσκοπικών του ματιών πίσω απο τα θεόχοντρα, απαίσια γυαλιά του…
Τότε την είδε. Στην πιό άβολη, τρομαχτική στάση, με τα πόδια ορθάνοιχτα, ακουμπισμένα στα μπράτσα, τα χέρια της προς τα πίσω, να κρατάνε σφιχτά την πλάτη της πολυθρόνας, το πρόσωπό της τεντωμένο και κατακόκκινο απο την προσπάθεια και τον πόνο. Εμεινε εκεί, σαν ένα παράσιτο, να παρακολουθεί το θαύμα που εκτυλισσόταν μπροστά στα μυωπικά του μάτια:
Απο τα μουσκεμένα σκέλη της πρόβαλλε το κεφάλι του παιδιού της. Δευτερόλεπτα μετά –πάντα στην ίδια στάση, που θύμιζε ινδικές απεικονίσεις αρχαίων θεοτήτων- κράταγε στα πονεμένα της χέρια έναν ματωμένο μπόγο που διέλυσε με τις φωνές του την ησυχία του σπιτιού. Το πρόσωπό της σταμάτησε να συσπάται και γαλήνια κοίταξε πρώτα το πλάσμα στα χέρια της και μετά το δικό του πρόσωπο. Συνέχισε να τον κοιτάζει, όταν έπιανε τον ομφάλιο λώρο που την συνέδεε ακόμα με όλα όσα είχαν προηγηθεί, και με σίγουρες και αβίαστες κινήσεις τον τύλιγε γύρω απο τον λαιμό του ματωμένου μπογου.
Οταν η ησυχία επανήλθε στο σπίτι του, η γυναίκα πήρε το πλάσμα που βγήκε μέσα απο την κοιλιά της και το ακούμπησε μαλακά πάνω στην επίσης ματωμένη πολυθρόνα του. Δεν τον ξανακοίταξε πια. Ούτε όταν σαν υπνωτισμένη προχώρησε προς το μπάνιο για να ξεπλυθεί απο τα αίματα και τον ιδρώτα.

6 σχόλια:

fantra13 είπε...

Αγαπώ την Πέγκυ, 15 χρόνια πριν...

Ανώνυμος είπε...

Hlios: Μήπως μπορείς να μας πεις,
τι είχε στο μυαλό της εκείνη η κοπέλα,
ή τι κατάφερε να πετύχει με αυτή την πράξη της?

Blondbrained είπε...

Τι σημασία έχει τι πιστεύω εγώ ότι είχε στο μυαλό της ή τι κατάφερε τελικά; Σημασία έχει τι πιστεύει ο κάθε αναγνώστης ότι είχε στο μυαλό της.
Αλλά αν θες να μιλήσουμε με πράγματα που ξέρω πια -και ξέρεις και συ- προφανώς το εγώ της αντέδρασε στην βία του συντρόφου της, μια και το παιδί ήταν καρπός του βιασμού της από τον άνθρωπο που αγαπούσε. Απλώς αντέδρασε σε κάτι, τελείως ασυνείδητα... όπως φαίνεται και από την συμπεριφορά της. Ίσως ένιωσε ότι έτσι έδιωχνε από πάνω της ό,τι είχε μείνει από εκείνη την βέβηλη στιγμή του βιασμού. Ε; Πολύ το ανέλυσα όμως. Σίγουρα όταν το έγραφα σκεφτόμουν κι άλλα πράγματα. Τα ψιλοθυμάμαι, αλλά δεν έχουν σημασία.

Ανώνυμος είπε...

Hlios: Έχεις δίκιο. Δεν έχουν σημασία αυτά που ψιλοθυμλασαι, αλλά αυτά που πιστεύω πως ψιλοκατάλαβα εγώ σαν αναγνώστης του κειμένου αλλά και του παραπάνω σχόλιου σου. Έτσι, μένω εκεί σε αυτό που εισέπραξα. Και νομίζω το προσέγγισα μερικώς επάνω σε μια μου αναλαμπή έμπνευσης.

Ανώνυμος είπε...

ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ E-MAIL ΣΑΣ? ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΑΙ ΓΙΑ ΣΑΠΟΥΝΑΚΙΑ ΚΑΙ ΚΕΡΑΛΟΙΦΕΣ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!
ΒΑΣΩ

Blondbrained είπε...

alchemyofnature@gmail.com

Ευχαριστώ για τα καλά λόγια!