Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

53 δραχμές...





Πενήντα τρεις δραχμές

Τότε που η Αθήνα είχε ακόμα γειτονιές, τότε που τα παιδιά έπαιζαν ακόμα στους δρόμους, τότε που στα πεζοδρόμια, έξω από τις πόρτες έβλεπες ντενεκέδες με γαρδένιες, μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού, ένα αγοράκι με κοντό παντελονάκι με τιράντες και καρώ πουκαμισάκι -  δεν ήταν πάνω από 7 χρονών – καθόταν σ ένα σκαλάκι κι έκλαιγε απαρηγόρητο. Δίπλα του καθόταν ένα κουτάβι λυπημένο. Όσο έκλαιγε ο πιτσιρίκος, το κουτάβι σήκωνε το ποδαράκι του και τον άγγιζε στο γόνατο. Ο μικρός έσπρωχνε το μικρό μαύρο ποδαράκι θυμωμένος:
-          Ασε με! Τι θα πούμε τώρα στη μαμά; Θα πιστέψει ότι μάσησα εγώ την παντόφλα; Τι θα κάνουμε; Θες να σε διώξει; Δεν σου έχω πει να προσέχεις και να μη κάνεις ζημιές;
Ο μικρός συνέχιζε το γοερό κλάμα και το κουτάβι εξακολουθούσε ακούραστο να σηκώνει αμέτρητες φορές το ποδαράκι του και να τον αγγίζει στο γόνατο, όσες φορές κι αν το έσπρωχνε ο φίλος του. Μετά από ώρα ο μικρός έψαξε την τσέπη του κι έβγαλε λίγα λεφτά για να τα μετρήσει. Πενήντα τρεις ολόκληρες δραχμές. Περιουσία ολόκληρη. Μάζευε το χαρτζιλίκι του για να αγοράσει αθλητικά παπούτσια – ελβιέλες. Ίσως δεν θα κατάφερνε να μαζέψει ποτέ το ποσό που χρειαζόταν, όμως δεν είχε χάσει το κουράγιο του. Τώρα είχε έρθει η ώρα να ξοδευτούν τα χρήματα για άλλο σκοπό. Για να σώσει το φίλο του και κυρίως την υπόληψη του φίλου του.
-          Πάμε Τζακ! Θα πάρουμε καινούργιες παντόφλες στη μαμά.
Σηκώθηκε ο μικρός και ξεκίνησε με γρήγορο και αποφασιστικό βήμα. Το πιστό μαύρο κουτάβι, τον ακολούθησε. Το αγοράκι μπήκε σ ένα μαγαζί στον πιο κάτω δρόμο, πάντα με το κουτάβι πίσω του. Οι νυχτικές και οι καλοκαιρινές ρόμπες κρεμασμένες σε κινητές κρεμάστρες στο πεζοδρόμιο έξω από το μαγαζί, διαφήμιζαν το εμπόρευμα.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ πως με μόνο πενήντα τρεις δραχμές κατάφερε να αγοράσει ένα ζευγάρι παντόφλες. Το πιθανότερο είναι ότι τα πρησμένα από το κλάμα μάτια του και το λυπημένο μαύρο κουτάβι, έκαναν το θαύμα τους. Η κυρία Όλγα – ιδιοκτήτρια του μαγαζιού – ήταν καλός άνθρωπος και ίσως συγκινήθηκε από το κλαμένο μουτράκι. Ίσως οι πενήντα τρεις δραχμές ήταν γι αυτήν παραπάνω από αρκετές για να σωθεί μια φιλία. 
Με την ελπίδα στη καρδιά του μα με τα ματάκια του ακόμα πρησμένα από το κλάμα, πήρε τον δρόμο του γυρισμού με το κουτάβι ξωπίσω του.

Το αγοράκι και το κουτάβι έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Το κουτάβι μεγάλωσε κι έγινε ένας μεγάλος μαύρος γυαλιστερός σκύλος. Κοιμόταν πάντα δίπλα στο κρεβάτι του αγοριού. Καμιά φορά τις κρύες νύχτες του χειμώνα και πάντα κρυφά από τους γονείς του, τον ανέβαζε πάνω στο κρεβάτι του και κοιμόντουσαν αγκαλιά. Έτρωγαν μαζί κι όταν δεν έβλεπε κανείς, το αγοράκι όλο του έδινε στα κλεφτά μπουκιές από το πιάτο του. Το πρωί που πήγαινε στο σχολείο, ο σκύλος τον ακολουθούσε μέχρι την μεγάλη καγκελόπορτα και το μεσημέρι ήξερε πάντα την ώρα που τελείωνε το μάθημα κι ήταν εκεί να τον περιμένει να γυρίσουν στο σπίτι μαζί. Όταν διάβαζε το αγοράκι τα μαθήματά του, ο μαύρος σκύλος του ήταν πάντα ξαπλωμένος δίπλα στα πόδια του. Στις καλοκαιρινές διακοπές το αγοράκι αρνιόταν πεισματικά να πάει για μπάνιο στη θάλασσα αν δεν έπαιρνε μαζί και τον φίλο του. Αναγκάζονταν οι γονείς του να ανακαλύπτουν κάθε φορά καινούργιες ερημικές παραλίες για να μη διαμαρτύρονται οι υπόλοιποι λουόμενοι. Μαζί πέρασαν τις ερωτικές απογοητεύσεις όταν το αγοράκι έγινε έφηβος. Ο φίλος του ήταν μαζί του όταν για πρώτη φορά φίλησε το κορίτσι του στα δεκαέξι του. Μαζί πέρασαν καλοκαίρια και χειμώνες, μαζί πέρασαν καρδιοχτύπια του σχολείου, αγωνίες για τις εξετάσεις. Μαζί περνούσαν ακόμα και τις τιμωρίες. Αχώριστοι σε όλα. Εκείνα τα μαύρα κρεμαστά αυτάκια είχαν ακούσει όλα τα μυστικά του αγοριού. Ποτέ δεν πρόδωσαν ο ένας τον άλλον.
Δεκατρία χρόνια πέρασαν κι ο νεαρός πια, φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, ήταν η πρώτη φορά που αποχωριζόταν το φίλο του… Το κουδούνισμα του τηλεφώνου στο φοιτητικό διαμέρισμα έσπασε τη σιωπή.
-          Αλέξη, ο Τζακ δεν είναι καλά. Δεν τρώει, είναι ξαπλωμένος δίπλα στο κρεβάτι σου και δε κουνιέται. Φωνάξαμε τον γιατρό. Γεράματα είπε….
Σε τρεις ώρες ο Αλέξης ήταν στο αεροπλάνο για Αθήνα ξοδεύοντας τα τελευταία του λεφτά για το εισιτήριο. Θα έχανε την εξεταστική αλλά δεν τον ένοιαζε. Ο φίλος του τον χρειαζόταν. Δεν κατάλαβε για πότε βρέθηκε στο σπίτι του. Έτρεξε στο δωμάτιό του και γονάτισε δίπλα στον φίλο του. Ο Τζακ ξαπλωμένος δεν είχε κουράγιο να σηκώσει το κεφάλι του. Μόνο κούνησε την ουρά του δυνατά μόλις τον είδε. Δίπλα του ήταν ένα μπωλάκι με νερό που ο Τζακ δεν είχε αγγίξει. Ο Αλέξης ξάπλωσε κι αυτός δίπλα του και του έδωσε να πιεί λίγο νεράκι. Δεν του χάλασε το χατίρι. Βούτηξε τη γλώσσα του δυο τρεις φορές στο νερό και ακούμπησε το κεφάλι του στο χέρι του φίλου του. Έμειναν εκεί αγκαλιά για ώρες. Η μάνα τους έφερε μια κουβέρτα και τους σκέπασε και τους δυο. Μέχρι το ξημέρωμα ο Αλέξης μιλούσε στο φίλο του. Του έλεγε για τη ζωή του στη Θεσσαλονίκη, για τα διαβάσματά του, για τους καινούργιους του φίλους. Ήξερε ότι ο πιστός του φίλος ζούσε τις τελευταίες του ώρες και ήξερε πως κανείς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι αυτό.
Όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου μπήκαν από το παράθυρο στο δωμάτιο, ο Τζακ σήκωσε το μαύρο του ποδαράκι και άγγιξε τον Αλέξη στον ώμο.
-          Τι είναι αγόρι μου; 
Άκουσε μια φωνή στο κεφάλι του:
-          Εγώ θα φύγω τώρα. Να προσέχεις. Είσαι μεγάλος πια και δε μ έχεις ανάγκη αλλά μην ανησυχείς, εγώ θα σε προσέχω κι από κει που θα είμαι. Μη με ξεχάσεις. Σ αγαπάω.
Ο Τζακ έκλεισε τα μάτια του ήρεμος, ήσυχος και ασφαλής στην αγκαλιά του φίλου του… Ο Αλέξης τον πήρε αγκαλιά κι έκλαψε μέσα στη μαύρη θαμπωμένη απ τα χρόνια γούνα του σκύλου του. Έκλαιγε δυνατά σαν μικρό παιδί και έσφιγγε τον φίλο του στην αγκαλιά του. Όλα του τα μυστικά πέθαιναν μαζί με το φίλο του. Ένιωθε ότι πέθαινε κι ο ίδιος… Ένα κομμάτι του πέθαινε σίγουρα… Το στέρνο του πονούσε και οι λυγμοί του τράνταζαν όλο του το κορμί. Ήθελε να γυρίσει τον χρόνο πίσω και να ανοίξει ο Τζακ τα μάτια του και να κουνήσει την ουρά του. Η λογική του έλεγε ότι ο θάνατος είναι κάτι οριστικό όμως εκείνος ήλπιζε να έχει κάνει λάθος και ο Τζακ να ξαναζωντανέψει…
-          Δε ξέρω να ζω χωρίς εσένα!
Όλη η οικογένεια μαζί, έθαψε τον Τζακ στον κήπο του σπιτιού τους. Στη καλύτερη και πιο ηλιόλουστη θέση του κήπου. Μαζί του έβαλαν μια παντόφλα, εκείνη τη παντόφλα της μαμάς που είχε μασήσει όταν ήταν κουτάβι. Ο Αλέξης τον χάιδεψε για τελευταία φορά, φοβόταν μη ξεχάσει την αίσθηση της γούνας του στη παλάμη του. Ο Τζακ δεν ήταν μόνο ο φίλος του. Ήταν ο αδελφός του.
-          Αντίο Φίλε μου

Ο Αλέξης θα μάθει να ζει χωρίς το φίλο του πια. Σιγά σιγά θα τα καταφέρει. Όμως από αυτή  τη στιγμή και μετά θα νιώθει ότι του λείπει κάτι. Σαν να του λείπει ένα μέλος του κορμιού του. Κι αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ. Ίσως κάποτε να βρει έναν άλλο φίλο. Ίσως μάλιστα να γίνει και πολύ καλός φίλος του, όμως ποτέ κανείς δεν θα αναπληρώσει το κενό του πρώτου του σκύλου. Αυτό το βελούδινο βλέμμα δεν θα αγγίξει ποτέ ξανά τη ψυχή του παρά μόνο στα όνειρά του.

7 σχόλια:

ΧΡΙΣΤΙΝΑ Π. είπε...

Το διαβασα χτες... Αλλα χτες δε μπορεσα να σχολιασω γιατι δεν εβλεπα απο τα δακρυα... Οσοι μεγαλωσαν με ενα σκυλακι καταλαβαινουν απολυτα. (Ρας μου λειπεις πολυ!!!) Ενα υπεροχο κειμενο για αλλη μια φορα... Ευχαριστουμε!

Ζωή Σοφίας είπε...

Είναι ανεκτίμητη περιουσία να έχεις νιώσει την αγάπη του σκύλου. Μόνο όποιος το έχει ζήσει, όποιος έχει νιώσει, όποιος έχει πονέσει και πονάει ακόμα για την απώλεια του σκύλου του μπορεί να καταλάβει.
Οποιος μεγάλωσε με σκύλο ξέρει, όποιος γνώρισε τον σκύλο αργότερα... επίσης ξέρει.
Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι ο σκύλος αλλά και γενικότερα η ουσιαστική επαφή με τα ζώα σε κάνει καλύτερο άνθρωπο... και σίγουρα πιο πλούσιο :)

Katerina είπε...

Κι εγώ σταμάτησα την ανάγνωση στη μέση γιατί δεν το άντεξα (πολύ κλάμμα..)... τρέμει το φυλλοκάρδι μου στη σκέψη και μόνο οτι κάποια στιγμή το 'παιδάκι' μας θα φύγει...Αν έχεις έρθει κοντά με τα ζώα καταλαβαίνεις το νόημα της αγνής, άδολης και χωρίς ανταλλάγματα αγάπης...

Asterios Saltzidis είπε...

Μας μαμησες ρε συ ....
εχω χασει 2 απο γεραματα και δεν προκειτε να ξεχασω ποτε τα βλεματα τους... και αστα να παν.

sundayspoon είπε...

Συγκλονιστικό κείμενο. Όποιος έχει σκυλάκι, καταλαβαίνει...

Blondbrained είπε...

Ε δε γίνεται, πρέπει να μιλήσω. Πρέπει να το βγάλω από μέσα μου. Ζητώ ταπεινά συγγνώμη από την Ζωή, γιατί όταν μου έστειλε το κείμενο, της είπα ότι ένιωθα πως κρατήθηκε συναισθηματικά και δεν το "απογείωσε" όπως θα μπορούσε και είπαμε μήπως το ξαναδούλευε. Τελικά για διάφορους λόγους (τυχαιότητες που καθόλου τυχαιότητες δεν ήταν προφανώς), δεν κατάφερε να το κάνει και είπαμε εν τέλει να το ανεβάσω έτσι, στην αρχική του μορφή. Και τελικά είχα τόσο άδικο! Χαίρομαι αφάνταστα που το συναίσθημα που ένιωθα πως μπορούσε να σας μεταφέρει η Ζωή με πιο έντονες λέξεις και φράσεις, κατάφερε να το κάνει με απλότητα. Ακόμα κι αν συγκρατήθηκε λίγο στο τέλος, φαίνεται πως έτσι κι αλλιώς η εξιλέωση συναισθνματικά έχει έρθει για τους αναγνώστες πριν απ' αυτό (το τέλος)... Ευχαριστούμε, Ζωή μου, για τις αναμνήσεις που ξύπνησες...

Ζωή Σοφίας είπε...

Η ψυχή του αναγνώστη ειναι αυτό που κάνει ένα κείμενο συγκλονιστικό ή αδιάφορο...
Σας ευχαριστώ που μπορείτε και μοιράζεστε μαζί μου αυτό το συναίσθημα και χαίρομαι που τα κείμενά μου διαβάζονται από πλούσιους ανθρώπους.