Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Hummer


 
<<Το κείμενο περιγράφει πραγματικά  γεγονότα και δημοσιεύθηκε με τις σχετικές φωτογραφίες στο περιοδικό Drive τεύχος 111 μηνός Ιανουαρίου 2006 >>

ΤΕΛΙΚΑ Ο ΑΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΥΠΑΡΧΕΙ !!!!!!!
(και το επίθετό του είναι Χαρίτος…)


Αλήθεια λέω! Το διασταύρωσα! Από τα 7 μου ήμουν σίγουρη ότι ο Αγιος Βασίλης ήταν ένα γλυκό ψέμα για να χαίροντα τα παιδάκια τα Χριστούγεννα. Και μάλιστα ήμουν και πολύ περήφανη που εγώ ήξερα για το ψέμα, ενώ όλα τα άλλα χαζά παιδάκια περίμεναν κάτω από το δέντρο τα δώρα του Αγίου και δώστου γράφαν γράμματα αποδεικνύοντάς του πόσο καλά και ήσυχα παιδάκια ήταν όλο το χρόνο. Ε λοιπόν φίλοι μου, τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής μου επλανώμην πλάνην οικτράν. Που να ξέρω η γυναίκα τι μου επεφύλασσε ο Αγιος?

Μια μέρα του Νοεμβρίου διαβάζοντας το Drive μου ‘ρθε να στείλω στους συντάκτες του ένα email. Μέσα σ΄όλα τα τρελά που έγραφα… έγραψα και τη μαγική φράση : «΄Όνειρό μου είναι να οδηγήσω ένα Χάμερ»΄. Το ξέχασα όμως και πέρασαν 20 μέρες πριν ξανανοίξω τον υπολογιστή μου. Και τι βρήκα όταν τον άνοιξα; Ένα γράμμα από τον Αη Βασίλη!!! Τον Αη Βασίλη το Χαρίτο. «Τι θα λέγατε Μαντάμ αν κανονίζαμε να οδηγήσετε ένα Hummer;» (Μου το ‘γραψε και στ’ Αγγλικά για να μου δείξει την ασχετοσύνη μου, ο εξυπνάκιας!) Λέω, πλάκα μου κάνουνε. Βρήκανε τώρα τη κυριούλα να γελάσουνε. Στέλνω κι εγώ μια απάντηση γεμάτη yesssss και wow!!! κάνοντας τη προσευχή μου να μιλάνε σοβαρά. Δυο τρεις μέρες μετά με παίρνει τηλέφωνο ένα ξωτικό του Αη Βασίλη. (Δεν ήξερα ότι τα ξωτικά μπορεί και να τα λένε Τάσο…) ΄΄Ελα τη Παρασκευή κατά τις 10.00 το πρωί, το έχουμε κανονίσει για το Ηummer.΄΄  Δέκα φορές τον ρώτησα μήπως μου κάνει πλάκα και γελούσε ο άνθρωπος-Τάσος-ξωτικό. Έκανα ένα καυγά τρικούβερτο για να πάρω άδεια από τη δουλειά. Χριστούγεννα λέει δε δίνουμε άδεια. Τι λέτε καλέ; Κι εγώ επειδή είναι Χριστούγεννα τη θέλω την άδεια. Να υποδεχτώ τον Αη Βασίλη. Τέλος πάντων μέχρι τη Παρασκευή του ραντεβού δεν τόλμησα να ξαναπάρω τηλέφωνο το ξωτικό μήπως και μου το ακύρωνε. Τη Παρασκευή το πρωί τελικά μάζεψα τα θάρρητά μου και τηλεφώνησα. «Καλημέρα, η Ζωή είμαι…» - «Η Ζωή ποια;»  Νάτα λεω. Ούτε το όνομά μου δε θυμάται. Πλάκα μου έκανε. «Η Ζωή... για το Hummer» ξαναλέω. «Α ναι.  Ξέρεις υπάρχει ένα πρόβλημα Ζωή» (αργοπέθαινα) … «Έλα κατά τη 1:00 γιατί δεν μας το δίνουν νωρίτερα το Hummer» Αυτό ήταν βρε παιδί μου το πρόβλημα; Πέσ’ το από την αρχή αγάπη μου και κόντεψε να μου ‘ρθει ο ντουβρουτζάς ο ίδιος!

Έτσι ξεκίνησε εκείνη η Παρασκευή… Μπήκα στο κατσαριδάκι μου και ξεκίνησα από τον Άγιο Στέφανο που μένω για το ταξίδι του ονείρου. Στο Νέο Κόσμο λέει έπρεπε να πάω. Και που είναι αυτό; Άσχετη βλαχάρα! Πήρα γνωστούς και φίλους να μου πουν κατά που πέφτει ο Νέος Κόσμος. Με τα πολλά και μετά από 2 ώρες κίνηση στο κέντρο το βρήκα. Και που το βρήκα όμως; Ήθελα και να παρκάρω η ιδιότροπη. Που να παρκάρεις στο Νέο Κόσμο; Έχετε πάει; Αν έχετε πάει μη ξαναπάτε. Αν μένετε εκεί μετακομίστε. Στη Κυψέλη βρίσκεις θέση πιο εύκολα. Τέλος πάντων παρκάρω ΑΚΡΙΒΩΣ μπροστά στα γραφεία του περιοδικού κλείνοντας δύο ταλαίπωρους και ανεβαίνω με τρέμοντα γόνατα. Λέω νάτο, τώρα θα μου ‘ρθει το εγκεφαλικό. Δεν το ‘χα πιστέψει ακόμα. Περίμενα να τους δω όλους να κρατάνε τις κοιλιές τους από τα γέλια. Και να και τους ακούω να κανονίζουν τι ώρα θα φύγουμε, τι ώρα θα έρθει ο φωτογράφος. Γνώρισα και το ξωτικό-Τάσο. (Σαν κι εμάς είναι. Κανονικός άνθρωπος.) Κι άλλο ένα ξωτικό-Άγγελο. Κανονικός κι αυτός. Σε λίγο μπαίνει στο γραφείο κι ένας άλλος κανονικός. Ο κύριος Βασίλης Χαρίτος μου λένε τα ξωτικά. Ε λοιπόν δεν τον περίμενα έτσι. Περίμενα αυτό που θα περιμένατε όλοι από έναν Αη Βασίλη. Κόκκινα ρούχα, άσπρη γενειάδα, σκούφο, Ohohooo και τέτοια. Καμία σχέση. Μη πιστεύετε τίποτα απ΄ ό,τι σας λένε. Κανονικός άνθρωπος σαν κι εμάς είναι ο Αη Βασίλης. Μπορεί και να κυκλοφορεί ανάμεσά μας και να μη το πάρουμε χαμπάρι.

Τέλος πάντων, γνωριστήκαμε, χαρήκαμε όλοι κι είπαμε να ξεκινήσουμε να πάμε να βρούμε εκείνο το έρημο το Χάμερ. Μαζί μου θα ερχόταν και το ξωτικό-Άγγελος. Η μάλλον για να το θέσω ορθότερα, εγώ θα πήγαινα μαζί με το ξωτικό-Άγγελο. Ο οποίος παρεμπιπτόντως φαινόταν να μη γουστάρει καθόλου το conceptάκι. «Τι θέλει τώρα η μανταμίτσα; Δε κάθεται σπιτάκι της να ρίξει κανένα ξεσκόνισμα να ξελαμπικάρει που μου θέλει και Hummer; Αχ ρε Αη Βασίλη τι μου κάνεις».  Τι να κάνει ο καημένος όμως; Εντολές άνωθεν ήταν αυτές. Μπορείς και να μιλήσεις; Δε μπορείς.

Μπροστά λοιπόν αυτός με μια ολοκαίνουργια BMW 325i, πίσω εγώ με το κατσαριδάκι μου. Στενάκια, λακκούβες, λαϊκές, έκανε και κάτι γκαζώματα στη BMW για να φοβηθώ… κυρία εγώ. Απτόητη.

Και να μπροστά μου όχι ένα, αλλά ΔΥΟ Ηummer μαύρα και καλογυαλισμένα,  μπροστά από την αντιπροσωπεία. Να περιμένουν ΕΜΕΝΑ! Γύριζα γύρω-γύρω σαν τη μύγα και παρατηρούσα το ένα από τα δύο. Έψαχνα να βρω τα πυροβόλα αλλά δεν τα έβλεπα. Μπα, σκέφτηκα, είναι το απλό μοντέλο.  Δηλαδή θα το οδηγούσα τελικά?

Ήρθε και ο φωτογράφος κι έπρεπε να φύγουμε. Οδήγησε το ξωτικό στην αρχή γιατί ψιλοαχγώθηκα στη Κηφισίας με κίνηση να οδηγήσω το θηρίο. Καλά, ένα σας λέω. Τα μεγαλύτερα τζιπ δίπλα στο Χάμερ φαίνονται μυρμήγκια. Σ΄ ένα φανάρι σταθήκαμε δίπλα σ΄ ένα φορτηγό κι ήρθα μούρη με μούρη με τον οδηγό. Με τα πολλά φτάσαμε στη Πολιτεία για φωτογράφηση. Ήγκηκεν η ώρα μουρμούρισα. Και κάθομαι στη θέση του οδηγού οπλισμένη με άγχος και θάρρος. (Πρόσεχε τι εύχεσαι όπως είπε και το ξωτικό-Άγγελος). «Ξέρεις να οδηγείς αυτόματο;» ρωτάει το ξωτικό. «Σιγά τη μεγαλούπολη» μου ‘ρθε να του πω αλλά το κατάπια. «Ξέρω» είπα φοβισμένα. Την τύφλα μου ήξερα. Μια φορά είχα οδηγήσει το αυτόματο της ξαδέλφης μου πριν 83 χρόνια κι άλλη μια φορά ένα Smart για 10 λεπτά, αλλά σκέφτηκα για να το λένε αυτόματο, θα τα κάνει όλα αυτόματα μόνο του. Άρχισα να το περιεργάζομαι από τη θέση του οδηγού πια. ΤΕΡΑΣΤΙΟ. Ανάμεσα στις δύο μπροστινές θέσεις είχε μια μεγάλη τετράγωνη θήκη που άνοιγε από πάνω. Την ανοίγω περιμένοντας να δω μέσα σφαίρες και χειροβομβίδες. Ήταν άδεια ευτυχώς. Καλύτερα, σκέφτηκα, θα βάλω μέσα το κινητό μου, ή ακόμα καλύτερα ΟΛΟΚΛΗΡΗ τη τσάντα μου! Στο ταμπλό είχε περίπου 4.500 κουμπάκια που ποτέ δεν έμαθα τι έκανε το κάθε ένα. Όλα δε εκεί μέσα ήταν τεράστια. Λες κι αν ο μοχλός του αυτόματου κιβωτίου ήταν για χέρι κανονικού ανθρώπου κι όχι για το χέρι του γίγαντα, δεν θα έκανε την ίδια δουλειά.

Άρχισα λοιπόν να κάνω γύρω γύρω τη πλατεία της Πολιτείας ενώ ο φωτογράφος κλικ κλικ κλικ τραβούσε φωτογραφίες από μακριά. Μ΄ έπιασε μια απογοήτευση άλλο πράγμα. Το Χάμερ στη Πολιτεία; Πού είναι τα κατσάβραχα και οι λάσπες; Μετά από 12.000 φωτογραφίες και 642 γύρους της πλατείας ξεκινήσαμε για τη Πάρνηθα.  Νάτα τα κατσάβραχα λεω, έρχονται! Από την αγωνία μου ξέχασα το δρόμο. Πού να στρίψω; «Εδώ στρίψε» μου λέει το ξωτικό. Να στρίψω ρε πουλάκι μου αλλά προς τα πού; Δεξιά ή αριστερά; Τέλος πάντων φτάσαμε στη Πάρνηθα. Μπαίνουμε μέσα σ΄ ένα φαρδύ κατσικόδρομο με κάτι λάσπες…. χάλια. Βλέπω μπροστά μου μια λασπολίμνη. Ενθουσιάστηκε ο φωτογράφος. «Αυτό είναι» λέει. «Θα πάω εγώ απέναντι κι εσύ θα περάσεις με φόρα τις λάσπες.» Παίρνω κι εγώ φόρα κατηφόρα και πλαααατς! Έχασα το φως μου η γυναίκα. Όλο το αυτοκίνητο καλύφθηκε μέχρι την οροφή με λάσπες. Better than sex να το πω; The big O να το πω; (αν δε ξέρετε τι είναι the big O, ρωτήστε τη γυναίκα σας). Και ξανά στις λάσπες. Και πάλι στις λάσπες! Το όνειρο το ίδιο. Χαιρόμουν σα παιδάκι 5 χρονών που του χάρισαν ένα ολοκαίνουργιο γυαλιστερό ποδήλατο με 3 ρόδες. Κι ανέβα και στο βράχο. Και ανέβασέ το ίσια και μετά με το πλάι…. Πρώτη φορά εκτελούσα οδηγίες με τόση χαρά. Νομίζω ότι θα μπορούσα να μείνω μέσα εκεί 10 μέρες χωρίς νερό, φαγητό και ύπνο, να ανεβοκατεβαίνω τα κατσάβραχα και να τσαλαβουτάω στις λάσπες. Βέβαια το ξωτικό δεν αισθανόταν καθόλου το ίδιο με μένα. Το χρωματάκι του ήταν ψιλοκίτρινο έως χοντροχλωμό από το άγχος μη σπάσω το ξένο αυτοκίνητο η άσχετη. Κάποια στιγμή το ξωτικό-Άγγελος καθόταν στο πίσω κάθισμα με το φωτογράφο κι εγώ μπροστά οδηγούσα. Λέει το ξωτικό στο φωτογράφο. «Να πάμε λίγο παρακάτω που έχει ένα μέρος που μπορούμε να κάνουμε άλμα με το αυτοκίνητο, αλλά θα το κάνω εγώ, όχι η Ζωή». Πριν προλάβει να απαντήσει ο φωτογράφος πετάγομαι η νοικοκυρά «Γιατί; Εγώ να το κάνω». Και βλέπω το ξωτικό από το καθρέφτη να κοιτάζει μ’ ένα ύφος το φωτογράφο, τύπου τι-λέει-η-βλαμμένη. Ε καλά pardon. Μου ξέφυγε κύριε ξωτικό. Πάντως αν με άφηνες θα το έκανα μια χαρά άμα θες να ξέρεις. Τελικά δε το κάναμε καθόλου γιατί είχε αρχίσει να βραδιάζει και το όνειρό μου τελείωνε…

Ξεκινήσαμε το δρόμο του γυρισμού μ΄ ένα Χάμερ που από μαύρο είχε γίνει καφέ από τις λάσπες. Σταματήσαμε κάπου να ρίξουμε λίγο νερό να φύγουν τα πολλά και πέσαμε στη κίνηση της Κηφισίας μέχρι το Μαρούσι. Λοιπόν ξέρετε τι ωραία που είναι να είσαι σε μποτιλιάρισμα αν είσαι μέσα σε Χάμερ; Βλέπεις χιλιόμετρα μακριά. Ούτε βαριέσαι ούτε τίποτα. Μια χαρά σας λέω.

Κατά τις 6:30 το απόγευμα φτάσαμε έξω από την αντιπροσωπεία. Αυτό ήταν. Τέλειωσε. Όμως η ευχή μου πραγματοποιήθηκε. Το έκανα! Οδήγησα ένα Χάμερ. Pardon, Hummer. Τώρα μπορώ κι εγώ να το λέω Hummer κι όχι Χάμερ. Θα το εκδώσουν λέει κιόλας. Πείτε μου βρε παιδιά σε ποιο τεύχος να πάρω 5-6. Ένα για να το διαβάζω στο σπίτι, ένα για να το έχω στη τσάντα μου και να το δείχνω στους φίλους μου, ένα για το αυτοκίνητο μήπως ξεχάσω τη τσάντα μου, ένα για να το έχω κάτω από το μαξιλάρι μου κι ένα που δεν θα του βγάλω ποτέ τη ζελατίνα του για να είναι πάντα καινούργιο και γυαλιστερό όσο γυαλιστερό ήταν και τ όνειρό μου.

Έμαθα κάτι απ΄όλο αυτό. Να εκφράζω τις επιθυμίες μου και τα όνειρά μου όσο τρελά κι αν φαίνονται. Ποτέ δε ξέρεις. (Μπορώ να ζητήσω και μια βίλα στο βουνό που να βλέπει θάλασσα μήπως; Don’ t push your luck…)

Άγιε μου Βασίλη σ ευχαριστώ που έκανες πραγματικότητα την ευχή μου. Ξωτικό-Άγγελε σ΄ ευχαριστώ για την υπομονή σου, την ανοχή και την ευγένειά σου. Ξέρω ότι ήταν λιγάκι (?) επικίνδυνο μια άσχετη να οδηγεί και να προσπαθεί να κάνει ταρζανιές μ ένα ξένο τεράστιο τζιπ και να είσαι εσύ υπεύθυνος και για το τζιπ και για την άσχετη. Σ΄ ευχαριστώ.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Μύρισε Μαστίχα... κι έκανε και αφρό!


Γιατί έφτιαξα επιτέλους την συνταγή για το σαπούνι μαστίχας που είχα εμπνευστεί και καταχωνιάσει σχεδόν την ίδια στιγμή. Ας είναι καλά η κουμπάρα μου που μου είπε πως σκεφτόταν να φτιάξει σαπούνι μαστίχας, και λέω κι εγώ μέσα μου: βρε, κάτι μου θυμίζει εμένα αυτό τώρα! Α, ναι!!! Σαπούνι μαστίχας... άχρηστη! Πού είναι η συνταγή;;;

Την βρήκα την συνταγή. Την "πείραξα" λίγο βάσει των νέων δεδομένων της γρήγορης παρασκευής με το φούρνο, και σήκωσα τα μανίκια, καθάρισα καλά τις οσφρητικές οδούς για να το απολαύσω όσο το δυνατόν περισσότερο και ιδού. Σαπούνι μαστίχας... απαλό, μυρωδιαστό με ένα ήπιο γλυκό χρωματάκι που σε ηρεμεί και μόνο που το κοιτάς. Το σπίτι μοσχοβόλησε, δεν το συζητώ. Το πεχά μια χαρά... Αυτή τη φορά δεν έβαλα βούτυρο καριτέ, γιατί ήθελα λίγο πιο κρεμώδη τον αφρό και ελάχιστα πιο μαλακό το σαπούνι. Να, ένα τέτοιο πράγμα:
Θέλετε να πούμε για την μαστίχα, και τι θα σας προσφέρει αυτό το σαπούνι; Χρειάζεται; Δε χρειάζεται, αλλά θα το κάνουμε, έτσι για να σας πριζώσω λίγο.

Η μαστίχα καθαρίζει το δέρμα και του δίνει μια απίστευτη λάμψη, το αναζωογονεί. Θα ξανανιώσετε. Και δεν είναι μόνο που θα ξανανιώσετε, θα έχετε και αντισηπτική προστασία. Χρησιμοποιείται σε αλοιφές και προϊόντα για εγκαύματα και δερματικές παθήσεις, καθόλου τυχαία φυσικά. Είναι αναπλαστική και επουλωτική, οπότε μαζί με τις αντισηπτικές της ιδιότητες αυτό το σαπούνι είναι ιδανικό ακόμα και για πλύσεις ανοιχτών πληγών, πρόσωπο ή/και σώμα με ακμή και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Είναι ταυτόχρονα αρκετά ήπιο για να χρησιμοποιηθεί σε παιδιά, και τρομερά ενυδατικό και για τα παιδιά και για τις μαμάδες τους, τις νονάδες τους, τις θείες τους... άντε και τους μπαμπάδες τους, γιατί η μαστίχα είναι ΚΑΙ unisex αρωματικώς. Καλά, εδώ ο άντρας μου τόσο που έχει αγαπήσει το σαπούνι τριαντάφυλλο ούτε που τον νοιάζει αν μυρίζει σαν την Χιονάτη. Όμως το άρωμα, ειδικά της μαστίχας, εντάξει... είναι εντελώς προσωπικό θέμα. Εγώ πεθαίνω για άρωμα μαστίχας. Εσείς;

Και για να μην σας μείνει καμία απορία για την ιστορία και τις ιδιότητες του θαυματουργού αυτού φυτού, ενημερωθείτε από τον αρμόδιο, και φίλο αναγνώστη μαστιχοπαραγωγό Αστέριο:  http://www.katarraktisvillage.com/p/blog-page_02.html#.USqf2jdft0k
Και πάμε στη συνταγή. Σας έχω παρακάτω και ένα τιπ για το καθάρισμα των υλικών σας από τη μαστίχα. Δική μου ανακάλυψη/έμπνευση! Κάπου θα το "είδα", αλλά δεν ξέρω πού. Έχω την εντύπωση ότι μου ήρθε ουρανοκατέβατο την ώρα που πάλευα με το μπρίκι μου, που είχε γεμίσει μαστίχα, αλλά ποιος ξέρει...

Λοιπόν, θέλουμε:

Ελαιόλαδο 400γρ
Καρυδέλαιο 250γρ
Καστορέλαιο 350γρ
Νερό μαστίχας 270γρ *ακολουθεί η συνταγή
Καυστική σόδα 137,7γρ
Αιθέριο μαστίχας PO 10ml *μην αγχώνεστε, όχι το ακριβό. Πληροφορίες παρακάτω.

Αυτή η συνταγή μας δίνει ένα σχετικά μαλακό σαπούνι. Αν το θέλετε πιο σκληρό, αλλάξτε το νερό και την σόδα, σε 240γρ νερό και 138γρ σόδα. Θα γίνει πολύ καλύτερο, εκτός αν το θέλετε για πρόσωπο, και πιο καλλυντικό!

Πάμε ένα-ένα.
Καταρχάς, το αιθέριο θα το προμηθευτείτε από τον manischemicals (εκτός αν βρείτε από κάπου αλλού να πουλάει διαλυμένο αιθέριο μαστίχας). Δεν υπάρχει κανένας λόγος να βάλετε καθαρό. Το PO (δηλαδή το διαλυμένο σε φυτικό έλαιο) είναι υπεραρκετό για να μας δώσει και τις ιδιότητες και την μυρωδιά. Αν θέλετε κι άλλη οικονομία βάλτε το μισό. Κανένα πρόβλημα. Ήδη θα έχετε την μαστίχα στο νερό σας. Όσο και να βάλετε από το αιθέριο απλώς θα έχετε επιπλέον ιδιότητες.

Ετοιμάστε τα λάδια σας.
Ανοίξτε το αιθέριό σας, για να είναι έτοιμο να το βάλετε την ώρα του tracing, για να μην τρέχετε τελευταία στιγμή.

Ετοιμάστε το νερό μαστίχας σας, ως εξής: Θα ρίξετε ένα σακουλάκι μαστίχας (αυτά που πουλάνε στα σούπερ μάρκετ με τα δάκρυα μαστίχας) σε περίπου 300γρ απιονισμένο νερό και θα το βάλετε στη φωτιά μέχρι να διαλυθεί η μαστίχα. Ρίχνετε το μαστιχόνερό σας στο πυρέξ που χρησιμοποιείτε για να φτιάχνετε σαπούνι. Το υπόλοιπο στο μπρίκι δεν το χρειάζεστε. Πετάξτε το... Το μπρίκι σας θα κολλάει μέσα, γιατί το μεγαλύτερο μέρος της βασικής ρητίνης έχει μείνει μέσα στο μπρίκι. Αφήστε στην άκρη το μπρίκι σας για να συνεχίσετε με την παρασκευή του σαπουνιού σας. Θα το καθαρίσουμε αργότερα.
Δεν χρειάζεται να κρυώσετε το νερό μαστίχας, αλλά αφήστε το λίγο στην άκρη, μην ζεματάει, γιατί θα βάλουμε και τη σόδα και θα γίνει σούπερ νόβα το πυρέξ από τη θερμοκρασία! Διαλύστε με τη γνωστή διαδικασία τη σόδα μέσα στο νερό μαστίχας σας. Θα δείτε ότι ξεθολώνοντας και καθώς ανακατεύετε, θα βγουν στην επιφάνεια κάτι μικρά κομμάτια ρητίνης. Μην τα φοβηθείτε. Λυώστε τα στις πλευρές του πυρέξ σας με το κουτάλι σας.
Ρίξτε το μίγμα σας στα λάδια και αρχίστε το ανακάτεμα... χαλαράααααα... Θα κάνει πολύ γρήγορα trace, αλλά όχι τόσο γρήγορα ώστε να πανικοβληθείτε, όπως με το σαπούνι τριαντάφυλλο. Θα το φχαριστηθείτε. Πάρτε καλές τζούρες μαστιχοαρώματος, και ας είστε σε ετοιμότητα για την προσθήκη του αιθέριου. Ούτε έξτρα αμυγδαλέλαιο, ούτε τίποτα δε χρειάζεται. Η μαστίχα μόνη της με αυτά τα λαδάκια είναι σούπερ ενυδατικά και καταπραϋντικά και απ' όλα! 

Μόλις φτάσετε σε ένα καλό trace, οπλιστείτε με όλη τη δύναμη θέλησής σας για να μην παρασυρθείτε από την μαγεία του υλικού σας, και ρίξτε το αιθέριο ανακατεύοντας καλά (χωρίς να το χτυπήσετε μηχανικά, απλά ανακατεύοντας χειροκίνητα).

Ρίξτε το στο καλούπι σας πριν προλάβει να γίνει στόκος, γιατί μετά την προσθήκη του αιθέριου σφίγγει αρκετά. Απλώστε το με ένα κουτάλι ομοιόμορφα, και ιδού το θεσπέσιο σαπούνι σας, έτοιμο να χουχουλιάσει στη ζεστή αγκαλιά του φούρνου σας στους 75 βαθμούς περίπου. Προσπάθησα πολύ να "πιάσω" το υπέροχο χρώμα του με το άχρηστο κινητό μου, αλλά δεν τα κατάφερα. Είναι ένα μπιζάκι, μα τι μπιζάκι! Κρεμ ίσως... Ποτέ δεν κατάλαβα τη διαφορά, ομολογώ. Πάντως είναι "ζεστό" χρώμα, χαλαρωτικό. 

Το τύλιξα με την μεμβράνη και το έχωσα τρυφερά στο φούρνο με ένα χαμόγελο μέχρι τ' αυτιά. Χαμογέλαγα συνειδητά γιατί ήξερα τι με περιμένει στη γωνία εκεί πιο δίπλα και είπα να μην πάθω κατάθλιψη εκ των προτέρων. Ναι, ναι. ΤΟ ΜΠΡΙΚΙ!

Ταλαιπωρήθηκα λίγο, δοκίμασα διάφορες τεχνικές που έπιαναν σε άλλες συνθήκες. Πάντως όχι σ' αυτές τις συνθήκες. Και τελικά μου ήρθε η επιφοίητηση λίγο πριν αρχίσω να κατεβάζω Θεούς και δαίμονες. Μάλλον επειδή έκανα πολύ υπομονή με λυπήθηκε ο μεγαλοδύναμος και να το κολπάκι που χρησιμοποίησα. Έβαλα ελαιόλαδο στο 1/3 του μπρικίου και το έβαλα στο μάτι, μέχρι που έκαψε λίγο. Ανακάτευα με το κουτάλι μου, και το κάτω μέρος έγινε κούκλα, οπότε το έβγαλα από το μάτι (μην πάρουμε και φωτιά συν τοις άλλοις) και πήγα στον νιπτήρα, όπου και άρχισα να γέρνω το μπρίκι όπου είχε μαστίχα στα πλαϊνά του, "τρίβοντας" τα σημεία με το πίσω μέρος του κουταλιού. Έγινε κούκλα στο πιτς φιτίλι ντε! Κι αν χρειαστεί κι άλλο καθάρισμα, απλώς το ξαναβάζετε στο μάτι και το ξανακαίτε λίγο και πάλι τα ίδια απ' την αρχή. Ευλογημένο λαδάκι!!!
 Αυτά... Πάρτε κι άλλη μια γεύση από τον αφριδερό αφρό του νέου σας σαπουνιού, κι ετοιμάστε τα δωράκια σας για τις απόκριες. Ε, τώρα πια ψάχνουμε συνέχεια δικαιολογίες για να κάνουμε δώρα τα σαπούνια και τις κηραλοιφές μας, σωστά; Κι όταν θα σας πιάνουν το χέρι να σας το φιλήσουν με λατρεία, δε θα το αφήνουν, τόσο απαλό και μυρωδιαστό που θα είναι!!!
 


Για το μαλλί θα φτιάξουμε κάτι άλλο αύριο. Σαπούνι μπύρας. Μείνετε άλουστες και άλουστοι, γιατί θα πέσει πολύ τραγούδι στο μπάνιο αύριο! (Εγώ τραγουδάω στο μπάνιο, ναι. Εσείς όχι;)

ΚΑΛΑ ΠΛΥΣΙΜΑΤΑ

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Μια στιγμή...




Δεν είχα τι να κάνω και άρχισα να κάνω βόλτες στο διαδίκτυο. Η παρέα του μοναχικού…  Στην αρχή με περιέργεια, στη συνέχεια με βαρεμάρα… Υπήρχαν και κάτι παιχνίδια με μπαλάκια και αρκουδάκια, έπαιζα και κανένα παιχνίδι, περνούσα τις πίστες και περνούσε ή ώρα… Μου έστελναν κάτι emails διάφοροι τύποι. Δεν έδινα σημασία. Οι περισσότεροι μικρότεροι από μένα… ε, σ αυτούς ήταν που δεν απαντούσα με τίποτα και τους διέγραφα με τη μία. Μη μπλέξω έλεγα και με μικρότερο… μη γίνουμε και ρεζίλι των σκυλιών τώρα στα 40 μας.
Μια μέρα λαμβάνω ένα email ‘’…giati kryvesai matares mou? Afoy eisai omorfi to diaisthanomai…’’ σε άπταιστα greeklishΤι θέλει λέω το σκατό 29 χρονών, δε πάει να παίξει πουθενά με τα κουβαδάκια του. Και τι με πιάνει και του απαντάω ‘’ορθώς διαισθάνεσαι, απλώς δεν μου αρέσει να εκτίθεμαι’’. Έτσι κι αλλιώς αισθάνομαι περίεργα και αμήχανα με τις φωτογραφίες, πόσο μάλλον να έβαζα στο διαδίκτυο μια φωτογραφία με ολόκληρο το πρόσωπό μου.. είχα μία που φαίνονταν μόνο τα μάτια μου.

Τέλος πάντων μου απαντάει μ΄ένα καινούργιο εμαιλ λίγο… περίεργο… κάτι για ένα αεράκι μοναξιάς και θλίψης που φυσά στις βλεφαρίδες μου… Ααα, λέω αυτό δε καταλαβαίνει τίποτα. Κοίτα να δεις που θέλει παιχνιδάκια με τη 40άρα… Του απαντάω ότι απ΄ ότι καταλαβαίνω απ αυτά που γράφει θα έχει πολύ πιο σοβαρά και δημιουργικά πράγματα να κάνει από το να στέλνει εμαιλ σε μια γυναίκα με το δικό μου βλέμμα…Καινούργιο εμαιλ, θυμωμένο αυτή τη φορά. ‘kai giati den mou les apla, na pao na paikso sti parakato rouga?... geia!’’    ‘’Γιατί δεν συμπεριφέρομαι κατ΄ αυτόν τον τρόπο και ειδικά όταν δεν με προσβάλλουν κι εσύ δεν με πρόσβαλες’’ του απαντάω. Και μου στέλνει τη διεύθυνσή του στο msn. Και η τρελή κάνω ‘’προσθήκη επαφής’’. Γιατί το έκανα αυτό? Ούτε εγώ η ίδια δεν ήξερα…

Αφού ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα για άντρες μικρότερούς μου, μου φαίνονταν πάντα ανούσιοι, ανόητοι και ανώριμοι. Πάντα γοητευόμουν από μεγαλύτερους από εμένα. Μου άρεσε ίσως να νιώθω κοριτσάκι… Ξέρω κι εγώ? Τα είδα τα χαΐρια μου όμως και με τους μεγαλύτερους… Τον γνώρισα όταν ήμουν 22 κι εκείνος 34. Έρωτας τρελός. Δε μπορούσαμε να ζήσουμε ο ένας χωρίς τον άλλον. Του έδωσα τη ψυχή μου… κι ούτε το κατάλαβε. Τη χρησιμοποίησε όπως του ήταν βολικό. Κι εγώ εκεί. Μαζί του σε όλα. Και στα καλά και στα κακά.. Έλιωσα, διαλύθηκα… πέθανα… και μετά ξαναγεννήθηκα, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα…. Όμως σιγά σιγά η σχέση αυτή μαράζωνε… Κι έφυγε… Κι έμεινα μόνη μου… χωρίς ψυχή… αφού την είχε πάρει και την είχε κάνει πατσαβούρι. Πάλεψα  να μαζέψω τα κομμάτια μου και σιγά σιγά ήμουν καλύτερα. Δεν μου έλειπε πια. Δεν ήταν δυνατόν να ξαναζήσω μαζί του. Δεν ήταν δυνατόν θα θαφτώ άλλη μια φορά, ποιος ξέρει για πόσα χρόνια ακόμα… Επανεκκινούσα τη ζωή μου, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Εκείνη τη Παρασκευή το βράδυ μιλούσα μ ένα φίλο στο msn. Λέγαμε για τις ψυχές μας, για τις πληγές μας… Πόνεσα με τις αναμνήσεις… χάρηκα που αισθανόμουν πια καλύτερα… Την ώρα που λέγαμε καληνύχτα για να πάμε να κοιμηθούμε οι άνθρωποι… να ο μικρός…

Μου γράφει τελίτσες… του γράφω κι εγώ τελίτσες… και νιώθω μια ταραχή… μια ελαφριά ταραχή σε όλα μου τα μέλη… και κάτι μικρές πεταλουδίτσες στη κοιλιά… Δεν είμαστε καλά, λέω. Αρχίζουμε να μιλάμε… ανούσια πράγματα… ‘’πως πέρασες’’ ‘’πότε πας διακοπές’’ και τέτοια. Μου λέει ότι τη Δευτέρα φεύγει για διακοπές… μου ζητάει να βάλω τη φωτογραφία με τα μάτια μου για να τα βλέπει όσο μιλάμε… Κάποια στιγμή δεν αντέχω και του το λέω ‘’αισθάνομαι αμήχανα μαζί σου’’ ‘’ki ego mazi sou’’ μου απαντάει, πάντα σε άπταιστα greeklish. ‘’alla yparxei kati ston aera pou me krataei konta sou’’ Δε ξέρω τι ν απαντήσω… κόβονται τα γόνατά μου… Λέω, θα το χαλάσω εγώ αυτό. Δεν θ αφήσω να με παρασύρει. Είναι παγίδα το δίκτυο. Όχι, όχι! ‘’είναι ψευδαίσθηση’’ του λέω, επιμένοντας πάντα στην ελληνική γραμματοσειρά. ‘’mia yperoxi pseydaisthisi’’. Επιμένει, λέω, ο μικρός. Κι αρχίζω να του λεω ότι ξέρω εγώ απ αυτά, κι ότι μπαίνω σε τσατ 10 χρόνια, κι ότι στο παρελθόν ένιωθα απίστευτη δύναμη όταν έκανα ολόκληρα rooms να κρέμονται από τα λόγια μου που έπλαθαν παραμύθια και σκηνικά ονειρικά. Με σταματάει, δε μ αφήνει να συνεχίσω. Μου στέλνει ένα τραγούδι….’’θέλω τη μέρα που θα φύγεις’’ του Θηβαίου… και λιώνω. Του λέω με όλη μου την ειλικρίνεια και όσο θάρρος κατάφερα να μαζέψω πως εκείνο το βράδυ τον περίμενα, πως πετάχτηκα μόλις είδα ότι συνδέθηκε στο msn. ‘’ήμουν μάγισσα’’ του είπα ‘’eisai mia magissa ki ego enas magos’’,  ‘’εγώ δεν είμαι πια, κρέμασα το ραβδάκι μου’’, ‘’e, tote ase emena na se magepso’’. Δεν ήξερα τι να του πω, τι να σκεφτώ. Ένιωθα ότι δεν είχα τη δύναμη ν αντισταθώ στα λόγια του, μ΄ έπαιρνε μαζί του. 

Προσπαθούσα όμως ακόμα να χαλάσω αυτή τη γλυκιά κι απαλή μαγεία που είχε αρχίσει να μας ενώνει, να μας αγκαλιάζει, να μας λιώνει και να κάνει τη σκέψη μας ένα, ένα κράμα από λόγια, αισθήσεις και εικόνες. Σιωπές μεταξύ μας… κοιτούσαμε την οθόνη και δε γράφαμε τίποτα. Ήταν σαν να τον ένιωθα πλάι μου να με κοιτάζει, να νιώθω την ανάσα του στο λαιμό μου… ‘’niotho anempneystos apopse, anikanos na poreyto sta skoteina sokakia ton mation sou’’, ‘’είναι γιατί εγώ δεν σε εμπνέω’’ του λέω ‘’prepei na diabazeis between the lines my dearest dear’’ μου λέει ‘’διαβάζω between the lines’’ του λέω ‘’απλά κάνω αυτό που σου υποσχέθηκα, το χαλάω… στο χαλάω’’

Θυμώνει, μου λέει ότι δεν έχει σκοπό να πάρει σύνταξη από τα συναισθήματά του, μου λέει καληνύχτα και κλείνει. Ίσα που πρόλαβα να αρθρώσω μια καληνύχτα… Έμεινα μ ένα κενό…

Άκουσα το τραγούδι που μου είχε στείλει… ‘’θέλω τη μέρα που θα φύγεις να μου γελάς απ το πρωί.’’ έλιωσα. Του έστειλα ένα εμαιλ μ αυτή τη φράση… ‘’θέλω τη μέρα που θα φύγεις…’’ κι έκλεισα τον υπολογιστή μου, ήταν κοντά 4,30 πια, για να κοιμηθώ… Αλλά και που κοιμήθηκα… στις 8 ήμουν ξύπνια πάλι. 3,5 ώρες ύπνος είναι ελάχιστο για τα δικά μου δεδομένα. Πέρασε το Σάββατο το πρωί με δουλειές, ψώνια, τηλέφωνα με φίλους… καθόλου δεν τον σκέφτηκα. Το φως του ήλιου είχε σβήσει τις νυχτερινές σκιές που με τραβούσαν καρφί στο σύμπαν να χαθώ…

Το βραδάκι είχα φίλους στο σπίτι. Φάγαμε, ακούσαμε μουσική, τραγουδούσαμε σα παιδιά. Όμως κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου ν ανυπομονεί να φύγουν για να ανοίξω τον υπολογιστή, να δω αν είναι εκεί… διψούσα να διαβάσω τα λόγια του, πέθαινα να του μιλήσω. Πήγε 2,30 η ώρα μέχρι να αποφασίσει η παρέα μου να φύγει… Έκλεισα τη πόρτα πίσω τους με ανακούφιση, άφησα σύξυλα πιάτα και ποτήρια κι έτρεξα ν ανοίξω τον υπολογιστή μου… Δεν ήταν εκεί… μόνο βρήκα ένα εμαιλ του… ‘’ kati me trabaei ksana sto peri8wrio ths alkimhs parousias sou....me gohteyeis pana8ema se...poly΄΄. Μια τρελή χαρά έκανε τη καρδιά μου να χτυπήσει πιο γρήγορα… όμως δεν ήταν εκεί… θαρχόταν? Μετά από κανα μισάωρο άσκοπου περιτριγυρίσματος στο διαδίκτυο… ακούω τον γνώριμο ήχο… ‘’ο χρήστης sopor συνδέθηκε’’. Δεν τολμούσα να του μιλήσω. ‘’to hksera pos tha eisai edw’’ μου γράφει. ‘’το ήξερα πως θαρθεις’’…. κενό…’’θύμωσες χθες’’ του λέω. ‘’o thymos moy einai san atmos’’… κι εξατμίζομαι κι εγώ μαζί με το θυμό σου, πήγα να του πω… αλλά σιώπησα. Και μιλούσαμε, γράφαμε… πολλές φορές οι ίδιες φράσεις γραμμένες ταυτόχρονα από τους δυό μας, έπεφταν στην οθόνη του υπολογιστή, την ίδια στιγμή, η μία κάτω από την άλλη. Και κενά, μεγάλα κενά, γεμάτα βλέμματα και σκέψεις… Μου έγραφε τα ποιήματά του… μου έστελνε μουσικές κι εγώ… έκλαψα… έκλαψα και δεν του τοπα… Έφτασε το ξημέρωμα κι εμείς ήμασταν ακόμα εκεί… να βουτάμε ο ένας στη ψυχή του άλλου… βγήκε ο ήλιος κι άρχισε ν ανεβαίνει κι εγώ δεν ήθελα να κλείσω τον υπολογιστή… φοβόμουν ότι θα φύγει διακοπές και δεν θα τον ξαναδώ… του το είπα.. ‘’otan ksypniseis to apogeyma tha eimai edo’’ μου υποσχέθηκε… κι έκλεισα. Βγήκα στη βεράντα να με χτυπήσει το πρωινό αεράκι και κάπνισα ένα τσιγάρο…. Δεν ήξερα τίποτα γι αυτόν, ούτε τ όνομά του. Μόνο το ψευδώνυμό του… ‘sopor’. Ούτε εκείνος ήξερε τίποτα για μένα… Πήγα απρόθυμα να κοιμηθώ… έκλεισα τα μάτια μου κι έχωσα το πρόσωπό  μου στο μαξιλάρι προσπαθώντας να αδειάσω το μυαλό μου από κείνον. Αδύνατον… με πήρε ο ύπνος με την αύρα του να περιλούζει ολόκληρο το κορμί μου…

Όταν ξύπνησα κοίταξα με αγωνία το ρολόι μήπως και είχε περάσει το απόγευμα… 11 το πρωί… πάλι 3,5 ώρες κοιμήθηκα μόνο… Καφές καφές και πάλι καφές… άνοιξα τον υπολογιστή μου και διάβαζα ξανά και ξανά τις λέξεις μας, τις σκέψεις μας, τις αισθήσεις μας… Έφυγα από το σπίτι, δεν άντεχα να είμαι μπροστά στον υπολογιστή και να μην είναι εκείνος εκεί…

Γύρισα το απόγευμα κατά τις 5,30 και φυσικά άνοιξα σα τρελή το μόνο μέσο που ίσως θα μ έφερνε πάλι κοντά του… Ήταν εκεί, από τις 3 το μεσημέρι και με περίμενε… είχα χάσει 2,5 ώρες μαζί του… 2,5 πολύτιμες ώρες… ‘’arghses…’’ μου είπε ‘’poly…’’ Το μόνο που ήθελα ήταν να πάρω το πρόσωπο του στα χέρια μου και να τον φιλήσω και να του ζητήσω συγγνώμη που τον έκανα να περιμένει… Δε γινόταν… μπροστά μου είχα μόνο μια οθόνη… Μου ερχόταν να γίνω ηλεκτρόνιο, νετρόνιο κάτι τέτοιο τέλος πάντων και να μπω στην οθόνη… να περάσω τα καλώδια και βρεθώ κοντά του, να χωθώ στην αγκαλιά του… Μα πως? Δε  γίνονται αυτά τα πράγματα… Ούτε να του τα πω μπορούσα…. Φανταζόμουν μόνο μια σκηνή…. Να τον περιμένω λέει κάπου ένα βράδυ, να έρθει.. να με φιλήσει… και να φύγει… χωρίς να μιλήσουμε… χωρίς να πούμε ούτε μια λέξη… Τα λες όμως αυτά? Δεν τα λες… Έχουμε και μια αξιοπρέπεια που να πάρει ο διάολος…

Και πάλι μου μιλούσε… και μου έστελνε μουσικές… μου έλεγε ότι με θέλει… του έλεγα ‘’μη φύγεις’’…. Μου είπε  ότι θέλει ν αγγίξει τα χείλη μου…. Τον ρώτησα αν το θέλει πραγματικά. ‘’nai’’ μου λεει ‘’thelothelo na mporousa na ertho na se filiso kai meta na figo, xoris leksi…. Kai na paro to fili sou mazi mou…’’.  Λέω αυτό δεν είναι δυνατόν! Δε μπορεί, μα δε μπορεί να σκέφτεται αυτό που σκέφτομαι κι εγώ! Ποιος είναι τέλος πάντων? Τι είναι? Τι πλάσμα? Της φαντασίας μου? Μετά από τουλάχιστον ένα ολόκληρο λεπτό του λέω ‘’στις 10…’’  δεν ήξερα αν έπρεπε να συνεχίσω  ‘’στη Χαριλάου Τρικούπη….’’  μα τι κάνω?  ‘’στην Ερυθραία….’’  έτρεμα… ‘’απέναντι από το DA LUZ’’ …..   ‘’θα είμαι σ ένα γκρι τζιπάκι…’’. Τι έκανα? Τι του είπα? Δεν απάντησε για λίγο… φοβήθηκα ότι δεν θέλει. ‘’tha ertho’’ ‘’na se filiso kai na figo’’ Του είπα ένα ξερό ‘’κλείνω τώρα’’ κι έκλεισα τον υπολογιστή γρήγορα γρήγορα μη και το μετανιώσω…. Μη και το μετανιώσει…

Μπήκα στο μπάνιο σα τη τρελή να κάνω ένα ντους και να λούσω τα μαλλιά μου…
Όλα μου φαίνονταν λάθος…. Έφτιαχνα τα μαλλιά μου με το πιστολάκι… χάλια, πετούσαν όλα τα τσουλούφια και δεν μπορούσα να τα μαζέψω με τίποτα…. Πήγα να βαφτώ… χάλια… λάθος το μακιγιάζ… Ξεβάφτηκα και πάλι από την αρχή… Μετά… τι να βάλω? Άνοιξα τις ντουλάπες μου και φόρεσα σχεδόν όλα μου τα ρούχα με τη σειρά, τα έβγαζα και τα πετούσα πάνω στο κρεβάτι κι έβαζα άλλα. Μη φαίνομαι και πολύ μαντάμ άλλα όχι και ξεμωραμένη που θέλει να το παίξει παιδούλα… Κατέληξα μετά από ώρα σ ένα μαύρο παντελόνι κι ένα άσπρο μπλουζάκι… Προσπάθησα να ηρεμήσω και κοίταξα το είδωλό μου στο καθρέφτη… ‘’Οκ είμαι όμορφη’’ σκέφτηκα. Βγαίνω από το μπάνιο… ξαναμπαίνω… ‘’Μα είμαι όμορφη? Θα του αρέσω?’’

Γεμάτη με ανασφάλειες, ταραγμένη εμφανώς, κλείδωσα το σπίτι και μπήκα στο αυτοκίνητό μου… Γιατί ήμουν τόσο χάλια? Γιατί έτρεμα? Εγώ είχα διαλέξει το μέρος, ήξερα καλά τη διαδρομή και τελικά – για στάσου – εγώ είχα το πάνω χέρι…  Η καρδιά μου όμως έλεγε άλλα, με οδηγούσε σ ένα παράλογο και παράτολμο ραντεβού με… με τι? Με ένα όνειρό μου…. Με μια φαντασίωση.

Έφτασα 10 λεπτά πριν το ραντεβού… Πάρκαρα πίσω από ένα άλλο αυτοκίνητο… που μέσα ήταν ένας άντρας και κάπνιζε… Θεέ μου αυτός ήταν! Με κοίταξε για λίγο από το καθρεφτάκι και τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του…. Κοίτα τώρα… δεν έρχεται… τι κάνει? Περιμένει να περάσουν τα 10 λεπτά για να είναι ακριβής? Άναψα κι εγώ τσιγάρο περιμένοντας ν ανοίξει τη πόρτα του αυτοκινήτου του και να έρθει κοντά μου… Έβαλε μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου κι έφυγε αργά.  Έτρεμα… τα χέρια μου είχαν παγώσει… ‘’Εφυγε;’’ ‘’Γιατί;’’ Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα μου σπάσει το στέρνο και θα πεταχτεί έξω… Κι εκεί που ήμουν έτοιμη να βάλω το χέρι μου στο κλειδί της μηχανής, κάποιος άνοιξε τη πόρτα του συνοδηγού…Τρόμαξα…. Θεέ μου δεν ήταν αυτός που νόμιζα…

Μπήκε αστραπιαία μέσα στ αυτοκίνητο και σχεδόν δεν πρόλαβα να δω τη μορφή του. Έκλεισε τη πόρτα, με κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο, με άρπαξε με δύναμη στην αγκαλιά του και με φίλησε… και με φιλούσε… και δεν σταματούσε…. Φιλούσα  κι εγώ αυτά τα χείλη απαλά και γλυκά στην αρχή και μετά αχόρταγα με μανία…και μετά πάλι απαλά και μετά πάλι με μανία. Μπλέκονταν οι ανάσες μας και οι μυρωδιές μας γεννώντας ένα γλυκό κι αισθαντικό άρωμα… Με φιλούσε στα χείλη, στα μάτια, στο λαιμό, μου φιλούσε τα δάχτυλα… Και περνούσαν τα λεπτά γρήγορα… Ήθελα να σταματήσω το χρόνο και να μείνω εκεί στην αγκαλιά του όλη νύχτα. Να μη με πάρει κανείς και τίποτα μακριά του. Ζαλιζόμουν κι έχανα τον κόσμο… δεν ήξερα τι γινόταν γύρω μου… γύρω μας... Περνούσαν τα λεπτά και τα φιλιά δε σταματούσαν… Μπλεγμένη μες τα χείλη του, του ψιθύρισα ‘’φύγε… φύγε’’ και μου ΄πε ξεψυχισμένα ‘’φεύγω…ναι… φεύγω’’ αλλά δε μ΄ άφηνε από την αγκαλιά του, κι εγώ δεν άφηνα την ανάσα του…. Και μετά πάλι ‘’φύγε…φύγε’’ ώσπου μ΄ άφησε, με κοίταξε, άνοιξε τη πόρτα κι έφυγε. Ούτε κοίταξα που πήγε… δεν ήξερα από πού και με τι είχε έρθει, δεν είδα με τι και προς τα πού έφυγε… Έβαλα μπροστά τη μηχανή και ξεκίνησα να φύγω… Τσούλαγε το αυτοκίνητο ή ο δρόμος? Δεν όριζα τα μέλη μου, δεν ήξερα που είμαι. Ένα μούδιασμα σ όλο μου το κορμί… Το μυαλό μου ένα πολύχρωμο κουβάρι. Τα φώτα των αυτοκινήτων και του δρόμου… θολά. Κοίταξα το ρολόι του αυτοκινήτου. Είχαν περάσει είκοσι λεπτά… Μια στιγμή… είκοσι λεπτά…
Reboot…